Το ποίημα Veglia γράφθηκε στις
23 Δεκέμβριου του 1915 και αναφέρεται στην εμπειρία του ποιητή ως στρατιώτη
κατά την διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Ο πόλεμος μέσα από τα μάτια του
ποιητή είναι ένα μοτίβο σε όλη την ποιητική του παραγωγή και κυρίως στα ποιήματα
της πρώτης συλλογής του, στην οποία ανήκει και το ποίημα Veglia. Το ποίημα ανήκει στην ποιητική συλλογή Ilportosepoltoη
οποία εκδόθηκε έπειτα ως μέρος της συλλογής Allegriaτο
1931. Βασική συνισταμένη του ποιήματος είναι ο θάνατος και η χαρά που νιώθει ο
άνθρωπος όταν καταφέρνει να τον κερδίσει. Ο ποιητή όντας ξαπλωμένος δίπλα σε
έναν νεκρό σύντροφο του, αντιλαμβάνεται την ένταση της ύπαρξης και την λύτρωση της
ίδιας της ζωής, γι’ αυτό και γράφει εκείνη τα γράμματα τα «γεμάτα από αγάπη»
και νιώθει ίσως για πρώτη φορά εκείνη την βαθύτατη προσκόλληση στην ζωή.
Είναι η θέαση του θανάτου που ωθεί τους ανθρώπους να γαντζωθούν στη ζωή.
Veglia
Un’intera
nottata
buttato vicino
a un compagno
massacrato
con la sua
bocca
digrignata
volta al
plenilunio
con la
congestione
delle sue mani
penetrata
nel mio
silenzio
ho scritto
lettere piene
d’amore
Non sono mai
stato
tanto
attaccato alla
vita
(23
dicembre 1915)
Σας παραθέτω δύο μεταφράσεις να διαλέξετε εκείνη που σας αγγίζει
περισσότερο!
Αγρυπνία
Μιαν ολόκληρη νύχτα
πεσμένος δίπλα
σ' έναν σύντροφο
κομματιασμένο
με το στόμα του
ανοιγμένο
στο φαρδύ φεγγάρι
με τη συμφορά
των χεριών του
βουλιαγμένη
στη σιωπή μου
έγραψα
γράμματα γεμάτα αγάπη
Ποτέ μου δεν ένιωσα
τόσο
γαντζωμένος από τη ζωή
Μετάφραση: Άννα Κατσιγιάννη
Αγρυπνία
Μια νύχτα ολόκληρη
πεταμένος δίπλα
σ’ έναν σύντροφο
σφαγιασμένο
με το στόμα
του
παραμορφωμένο
στραμμένο στην
πανσέληνο
με το σφίξιμο
των χεριών
να διαπερνά τη
σιωπή μου
έγραψα
γράμματα
γεμάτα από αγάπη
Ποτέ δεν ήμουν
τόσο
προσκολλημένος στη ζωή
(Μετάφραση από το βιβλίο: Αλμπέρτο
Αζόρ Ρόζα, Ιστορία της ιταλικής λογοτεχνίας, εισαγωγή-επιμέλεια: Φοίβος
Γκικόπουλος, Εκδόσεις Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 613.)
Sempre caro mi fu quest'ermo colle, E questa siepe, che da tanta parte De l'ultimo orizzonte il guardo esclude. Ma sedendo e mirando, interminato Spazio di là da quella, e sovrumani Silenzi, e profondissima quiete Io nel pensier mi fingo, ove per poco Il cor non si spaura. E come il vento Odo stormir tra queste piante, io quello Infinito silenzio a questa voce Vo comparando: e mi sovvien l'eterno, E le morte stagioni, e la presente E viva, e 'l suon di lei. Così tra questa Infinità s'annega il pensier mio: E 'l naufragar m'è dolce in questo mare.
Testo tratto dal secondo manoscritto autografo (Visso, Archivio Comunale)
Sempre caro mi fu quest'ermo colle, e questa siepe, che da tanta parte dell'ultimo orizzonte il guardo esclude. Ma sedendo e mirando, interminati spazi di là da quella, e sovrumani silenzi, e profondissima quïete io nel pensier mi fingo, ove per poco il cor non si spaura. E come il vento odo stormir tra queste piante, io quello infinito silenzio a questa voce vo comparando: e mi sovvien l'eterno, e le morte stagioni, e la presente e viva, e il suon di lei. Così tra questa immensità s'annega il pensier mio: e il naufragar m'è dolce in questo mare.
Testo tratto dalla "Letteratura italiana: testi e critica con lineamenti di storia letteraria", vol. 3, di Mario Pazzaglia. Ed. Zanichelli Prima edizione, marzo 1979.
Διαβάστε τη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα από τον Σωτήρη Παστακά.
To Άπειρο
Ανέκαθεν μου ήταν αγαπητός αυτός ο έρημος λόφος κι αυτός ο φράχτης που από ένα μεγάλο τμήμα του μακρινού ορίζοντα τη θέα μου αποκρύβει. Καθισμένος όμως εδώ κι ατενίζοντας απέραντα διαστήματα πέρα απ’ αυτόν, απόκοσμη σιωπή και βαθύτατη ηρεμία δημιουργώ με τις σκέψεις μου, όπου ως εκ θαύματος δεν χάνομαι κι ο ίδιος. Μόλις ακούω τον άνεμο να βουίζει ανάμεσα στα φυτά, εκείνη την άφατη σιωπή με αυτό το θρόισμα συγκρίνω: κι αναπολώ την αιωνιότητα, τις περασμένες εποχές και τους ζωντανούς ρυθμούς του παρόντος, με τον εφήμερο θόρυβό τους. Έτσι, σε αυτήν την απεραντοσύνη πνίγεται η σκέψη μου: και μου είναι ευχάριστο να ναυαγώ μέσα σε αυτή τη θάλασσα.
Ο Giosuè Carducci ήταν ο πρώτος Ιταλός λογοτέχνης υποψήφιος για nobel, το οποίο κέρδισε το 1906. Ο Giosuè Carducci ήταν κριτικός λογοτεχνίας, καθηγητής πανεπιστημίου και ποιητής. Ανάμεσα στα έργα του ξεχωρίζει το Le odi barbare (1877).
Η αιτιολόγηση του βραβείου από τη Σουηδική Ακαδημία ήταν η εξής:
όχι μόνο ως αναγνώρισή του έργου που έχει προσφέρει διδάσκοντας και των κριτικών μελετών του, αλλά πάνω από όλα ως φόρος τιμής στη δημιουργική ενέργεια του, στην καθαρότητα τους ύφους του και στη λυρική δύναμη που χαρακτηρίζει τα ποιητικά του αριστουργήματα.
2. Grazia Deledda
Το 1926 για δεύτερη φορά στην ιστορία των βραβείων Nobel, Νόμπελ λογοτεχνίας κερδίζει μια γυναίκα και συγκεκριμένα η Grazia Deledda, συγγραφέας περισσότερων από πενήντα μυθιστορημάτων, μεταξύ των οποίων είναι τα: “Canne al vento”, “Marianna Sirca” και “La madre”.
Η αιτιολόγηση του βραβείου από τη Σουηδική Ακαδημία ήταν η εξής:
για την ιδεαλιστική έμπνευσή της, αποτυπωμένη με εικονοπλαστική καθαρότητα της ζωής στο γενέθλιο νησί της, με βαθιά κατανόηση των ανθρώπινων προβλημάτων.
3. Luigi Pirandello
Ήταν το 1934, όταν ο Luigi Pirandello έλαβε το βραβείο Νόμπελ. Ο Pirandello θεωρείται ακόμα και σήμερα ένας από τους πιο επαναστατικούς δραματουργούς του 20ου αιώνα.
Η αιτιολόγηση του βραβείου από τη Σουηδική Ακαδημία ήταν η εξής:
για την φλογερή και επινοητική ανανέωση της θεατρικής και της δραματικής τέχνης.
4. Salvatore Quasimodo
Το 1959 ο Salvatore Quasimodo, ποιητής και μεταφραστής, μεταξύ των πιο σημαντικών εκπροσώπων του ιταλικού Ερμητισμού έλαβε το βραβείο Νόμπελ. Μεταξύ των ποιητικών του συλλογών ξεχωρίζει το βιβλίο του “Ed è subito sera”.
Η αιτιολόγηση του βραβείου από τη Σουηδική Ακαδημία ήταν η εξής:
για τον ποιητικό λυρισμό του, ο οποίος με μια λαμπρή κλασικότητα εκφράζει τις τραγικές εμπειρίες της ζωή της εποχής μας.
Το 1975 ήταν η χρονιά που ο Eugenio Montale ξεχώρισε και τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ ανάμεσα σε καταξιωμένους ποιητές του 20ου αιώνα. Μεταξύ των ποιητικών του συλλογών ξεχωρίζουν ακόμα και σήμερα η “Ossi di seppia” και η “La bufera”.
Η αιτιολόγηση του βραβείου από τη Σουηδική Ακαδημία ήταν η εξής:
για την ξεχωριστή ποιητική του, η οποία με μεγάλη καλλιτεχνική ευαισθησία ανέδειξε τις ανθρώπινες αξίες υπό μια οπτική ζωής στείρα ψευδαισθήσεων.
Ο τελευταίος Ιταλός λογοτέχνης που έλαβε το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας ήταν ο Dario Fo, υποψήφιος για το βραβείο το 1997. Δραματουργός, σκηνοθέτης, συγγραφέας, σκηνογράφος αλλά πάνω από όλα άνθρωπος του θεάτρου. Το έργο του Dario Fo που έχει μείνει χαραγμένο στην συλλογική μνήμη, δεν είναι άλλο από το Mistero Buffo.
Η αιτιολόγηση του βραβείου από τη Σουηδική Ακαδημία ήταν η εξής:
Ακολουθώντας την παράδοση των μεσαιωνικών Γκολιάρδων, χλευάζει την εξουσία αποκαθιστώντας την αξιοπρέπεια των καταπιεσμένων.
Το ποίημα Estiva που γράφτηκε το 1915 από τον Vincenzo Cardanelli και περιέχεται στην συλλογή "Prologhi" μας περιγράφει την μαγεία του καλοκαιριού. Το καλοκαίρι είναι εκείνο που δύναται να φέρει την ευτυχία ακόμα και στους πιο λυπημένους, χάρη στη θέρμη του ήλιου. Το καλοκαίρι γίνεται η εποχή του έρωτα που χαρίζει γαλήνη και εσωτερική ειρήνη.
Σαν σήμερα γεννιέται ο Salvatore Quasimodo στη Modica (20 agosto 1901), ο οποίος είναι ένας από τους πιο σημαντικούς Ιταλούς ποιητές του 20ου αιώνα και εκπρόσωπος του κινήματος του Ερμητισμού. Το 1959 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας.
Και η αιτιολόγηση του βραβείου ήταν: για τον ποιητικό λυρισμό του, ο οποίος με μια λαμπρή κλασικότητα εκφράζει τις τραγικές εμπειρίες της ζωής της εποχής μας.
Ο όρος Ερμητισμός στην αρχή χρησιμοποιήθηκε με μια χροιά υποτιμητική, υπονοώντας ποιήματα σκοτεινά και ίσως ακατανόητα. Στις μέρες μας ο ερμητισμός θεωρείται συνώνυμο ίσως της αληθινής καθάριας ποίησης, όπου οι λέξεις διαλέγονται προσεκτικά και ηλεκτρίζουν.
Μεταξύ των πιο ωραίων ποιημάτων του Quasimodo ξεχωρίζει το ποίημα Ed è subito sera ενώ για αυτή την ανάρτηση, διάλεξα το ποίημα Già la pioggia è con noi (Ed è subito sera, 1942)
Già la pioggia è con noi (από τη συλλογή Ed è subito sera, 1942)
Già la pioggia è con noi,
scuote l’aria silenziosa.
Le rondini sfiorano le acque spente
presso i laghetti lombardi,
volano come gabbiani sui piccoli pesci;
il fieno odora oltre i recinti degli orti.
Ancora un anno è bruciato,
senza un lamento, senza un grido
levato a vincere d’improvviso un giorno.
Απόδοση στην ελληνική γλώσσα (Ιωάννα Καραμαλή)
Ήδη η βροχή είναι μαζί μας
Ήδη η βροχή είναι μαζί μας,
ανακατεύει τον σιωπηλό αέρα.
Τα χελιδόνια ακουμπούν τα ξεψυχισμένα νερά
στις λίμνες της Λομβαρδίας,
πετούν σαν γλάροι προς τα μικρά ψάρια,
Η μυρωδιά των χορταριού, ξεπερνάει τον φραγμό των χωραφιών.
Ακόμα μια χρονιά καμένη,
χωρίς ένα παράπονο, χωρίς μια κραυγή
που αρθρώθηκε για να κερδίσει ξαφνικά μια μέρα.
Μπορείτε να ακούσετε το ποίημα
Tο ποίημα χωρίζεται σε δύο μέρη, αρχικά ο ποιητής μας παρουσιάζει την βροχή που έρχεται με το μέρος των ανθρώπων και προσπαθεί να παρασύρει τον σιωπηλό αέρα, τα χελιδόνια που προσπαθούν να ταράξουν τα νερά και αν και αδύναμα, παρουσιάζονται σαν γλάροι. Η φύση προσπαθεί να κάνει αυτό που ο άνθρωπος διστάζει, προσπαθεί να εκφραστεί, να μιλήσει, να αντιδράσει, να ταράξει τα νερά. Η φύση δεν γνωρίζει από όρια κια περιορισμούς, γι' αυτό και η μυρωδιά του άχυρου ξεπερνάει την οποιαδήποτε περίφραξη. Ο άνθρωπος όμως μένει σιωπηλός, χωρίς να παραπονεθεί και χωρίς να φωνάξει και αυτό για τον ποιητή είναι σαν μια "χαμένη σοδειά".
Πρόκειται για ένα ποίημα, που ο ποιητής Giovanni Pascoli συνέθεσε σε ηλικία 12 ετών εμπνευσμένος από τον θάνατο του πατέρα του Ruggero, ο οποίος βρέθηκε σκοτωμένος στις 10 Αυγούστου 1867. Το ποίημα δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Marzocco στις 9 Αυγούστου 1896 και έπειτα προστέθηκε στη 4η έκδοση της συλλογής Myricae.
To βιβλίο της Oriana Fallaci - La rabbia e l' orgoglio εκδόθηκε το 2001, μετά από δέκα χρόνια σιωπής. Όπως η ίδια η συγγραφέας αναφέρει...
Vi sono momenti, nella Vita, in cui tacere diventa una colpa e parlare diventa un obbligo. Un dovere civile, una sfida morale, un imperativo categorico al quale non ci si può sottrarre.
(Υπάρχουν στιγμές στη Ζωή, στις οποίες το να σιωπάς γίνεται ενοχή και το να μιλάς γίνεται υποχρέωση. Μια πολιτικό χρέος, μια ηθική πρόκληση, μια επιτακτική ανάγκη την οποία δεν μπορείς να αποφύγεις)
Ο λόγος της πάντοτε αριστοτεχνικός, δυνατός, αληθινός με μια αλήθεια που καθηλώνει και κάνει τον αναγνώστη να στέκει ίσως αμήχανος από τον θαυμασμό για την δύναμη των λέξεων της, για τη δύναμη αυτής της γυναίκας στον τρόπο που βλέπει τη ζωή και μας μεταφέρει τις σκέψεις της.
Το βιβλίο κυκλοφορεί και στην ελληνική γλώσσα με τον τίτλο Η Oργή και η Περηφάνια, από τις εκδόσεις Γκοβόστη σε μετάφραση Γεωργίου, Γ. Α.
Ακολουθεί η περίληψη του βιβλίου από την σελίδα (www.evripidis.gr)
Mε το βιβλίο Η Oργή και η Περηφάνια η Oriana Fallaci σπάει μια σιωπή δέκα χρόνων. Mια σιωπή που είχε τηρήσει κλεισμένη στο σπίτι της στο Mανχάταν, μέχρι την Aποκάλυψη της 11ης Σεπτεμβρίου. Σπάει τη σιωπή της με μια εκκωφαντική βροντή. Στην Eυρώπη, αυτό το βιβλίο έχει ήδη προκαλέσει και εξακολουθεί να προκαλεί μια αναστάτωση που προηγούμενή της δεν έχει παρατηρηθεί εδώ και δεκαετίες. Οξείες αντιπαραθέσεις, έντονες συζητήσεις, διαξιφισμοί, θερμές επιδοκιμασίες, εγκώμια, άγριες επιθέσεις. Στην Iταλία, οι πωλήσεις του βιβλίου έχουν ξεπεράσει το ένα εκατομμύριο αντίτυπα ανεβάζοντάς το στην κορυφή των μπεστ-σέλερ. Στη Γαλλία, στη Γερμανία και στην Iσπανία, όπου το βιβλίο επίσης έχει γίνει μπεστ-σέλερ, οι πωλήσεις του μετριούνται σε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα. Στο μεταξύ, ετοιμάζονται μεταφράσεις του σε δεκάδες ακόμη γλώσσες.
Mε το γνωστό θάρρος της, η Oriana Fallaci σχολιάζει τα καυτά ζητήματα που αναδύθηκαν εκρηκτικά στην επικαιρότητα με την πρόσφατη έξαρση της ισλαμικής τρομοκρατίας: οι αντιθέσεις και, σύμφωνα με την άποψη της συγγραφέως, το αγεφύρωτο χάσμα που υπάρχει μεταξύ του Iσλαμικού και του Δυτικού κόσμου. H εμφάνιση της Tζιχάντ, είναι μια παγκόσμια πραγματικότητα, όπως η ανεκτικότητα και η αδράνεια της Δύσης.
H Oriana Fallaci, με την ωμή ειλικρίνεια που τη χαρακτηρίζει, εξαπολύει δριμύτατες κατηγορίες και ανελέητες επιθέσεις, επιβεβαιώνοντας τις δυσάρεστες εκείνες αλήθειες, που όλοι μας γνωρίζουμε, αλλά δεν τολμάμε να εκφράσουμε. Mε την αυστηρή λογική της και με ξεκάθαρο νου, υπερασπίζεται τον πολιτισμό μας και καταφέρεται ενάντια σε αυτά που ονομάζει «τύφλωσή μας, κουφαμάρα μας, μαζοχισμό μας, κομφορμισμό μας και υπεροψία του Πολιτικά Oρθού».
H Oriana Fallaci εκφράζεται με τον ποιητικό λόγο ενός προφήτη, μιλά σαν σύγχρονη Kασσάνδρα και έχει δώσει στο βιβλίο της τη μορφή μιας επιστολής με αποδέκτες όλους μας.
Πρόκειται για το πρώτο βιβλίο της τετραλογίας της Νάπολης, της Elena Ferrante, το οποίο έχει μεταφραστεί και στην ελληνική γλώσσα με τον τίτλο Η υπέροχη φίλη μου από τις εκδόσεις Πατάκη. Το βιβλίο πραγματεύεται την φιλία δυο κοριτσιών, ακολουθώντας την καθεμία στη ζωή της στη Νάπολη του 1950. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα τρυφερό βιβλίο που έχει κερδίσει το αναγνωστικό κοινό και έχει γυριστεί και ως σειρά. Το βιβλίο εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 2011 από τις εκδόσεις E/O. Μπορείτε να βρείτε το βιβλίο και σε ηχητική μορφή (εδώ)
Το να μαθαίνεις ή να γνωρίζεις ήδη μια ξένη γλώσσα είναι ένα παράθυρο σε έναν πολιτισμό. Δεν υπάρχει τίποτα πιο όμορφο από το να μπορείς να διαβάζεις λογοτεχνία στην πρωτότυπη γλώσσα, γιατί πάντοτε έχει διαφορετική γεύση από τη μετάφραση.
Σήμερα θα σας αναρτήσω μια λίστα με ηλεκτρονικά καταστήματα και βιβλιοπωλεία στην Αθήνα. όπου μπορείτε να βρείτε με ευκολία ιταλικά λογοτεχνικά βιβλία. Σαφώς η λίστα είναι ενημερωτική και όχι πλήρης, δεν θα παραθέσω όλα τα site ούτε όλα τα βιβλιοπωλεία καθώς το σημαντικό είναι, το να είναι πιο εφικτή η απόκτηση βιβλίων και όχι η εξαντλητική πληροφόρηση.
Αν και πολλοί μαθητές φοβούνται το εγχείρημα, ειδικά σε αρχικά επίπεδα, υπάρχουν επιλογές και ανά επίπεδο. Το σημαντικό είναι να διαλέξετε ένα βιβλίο που θα θέλατε να διαβάσετε και στην μητρική γλώσσα, ώστε να μην σας κουράσουν οι τυχόν δυσκολίες της γλώσσας.
Λόγω της εποχής θα ξεκινήσω με τα ηλεκτρονικά καταστήματα της Ιταλίας.
Προσωπικά θεωρώ πως είναι από τα πιο αξιόπιστα site για την αγορά βιβλίων απευθείας από την Ιταλία. Υπάρχει η δυνατότητα αγοράς καινούριων ή μεταχειρισμένων βιβλίων και υπάρχει μεγάλη προσφορά, οπότε είναι πιο εύκολη η σύγκριση τιμών. Αν για κάποιο λόγο κάτι δεν πάει καλά με την παραγγελία σας, μπορείτε πολύ εύκολα να έχετε επιστροφή χρημάτων.
To διαδικτυακό κατάστημα του βιβλιοπωλείου, με καλές τιμές, ίσως λίγο πιο τσιμπημένες από τις προηγούμενες δυο σελίδες αλλά με μεγαλύτερη διαθεσιμότητα κυρίως σε νέες κυκλοφορίες.
Για όσους δεν τα πάνε τόσο καλά με τις ηλεκτρονικές παραγγελιές, υπάρχει η επιλογή να παραγγείλετε το βιβλίο που επιθυμείτε σε βιβλιοπωλείο. Αν όμως δεν γνωρίζετε ποιο βιβλίο θέλετε, μπορείτε να επισκεφθείτε τα ξενόγλωσσα βιβλιοπωλεία που έχουμε στην Αθήνα.
Ένα όμορφο βιβλιοπωλείο στην Πλατεία Προσκόπων που έχει βιβλία σε όλες τις γλώσσες, έχει μεγάλο χώρο και μπορείτε να καθίσετε στον καναπέ του 2ου ορόφου (εκεί βρίσκονται τα ιταλικά βιβλία) και να ξεφυλλίσετε τα βιβλία πριν τα αγοράσετε. Το μεγάλο συν που έχω να υπογραμμίσω είναι ότι τα βιβλία πωλούνται σε τιμές Ιταλίας, οπότε πολύ πιο προσιτές τιμές για τα δικά μας δεδομένα (χωρίς περαιτέρω επιβάρυνση).
Ένα βιβλιοπωλείο με χρόνια ιστορίας που άντεξε. Βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας, στην Ακαδημίας. Διαθέτει μεγάλη ποικιλία τίτλων και για την εκμάθηση της ιταλικής γλώσσας (ίσως η μεγαλύτερη ποικιλία σε εκπαιδευτικά βιβλία) και ποικιλία τίτλων σε βιβλία λογοτεχνίας.
Παρόλο που η Libreria Española Nikolopoulos, είναι ένα βιβλιοπωλείο αφιερωμένο στην ισπανική γλώσσα, περιέχει πολλούς τίτλους ιταλικών βιβλίων (εκμάθησης αλλά και λογοτεχνίας). Βρίσκεται στην Ομήρου στο Κολωνάκι και είναι ένα όμορφο βιβλιοπωλείο με χαρούμενη ατμόσφαιρα.
Πέρα από τις ηλεκτρονικές σελίδες και τα βιβλιοπωλεία, υπάρχει πάντοτε η επιλογή του δανεισμού βιβλίων και σε αυτή την περίπτωση μπορείτε να εγγραφθείτε στην βιβλιοθήκη του ιταλικού ινστιτούτου, η οποία θα ανοίξει επίσημα εκ νέου από 01 Οκτωβρίου 2020.
Ακόμα μια επιλογή, ίσως για οικονομικότερα βιβλία είναι το site: https://metabook.gr όπου μπορείτε να κάνετε αναζήτηση τον τίτλο του βιβλίου που ψάχνετε και αν είστε τυχεροί να βρείτε κάποιον που δεν το χρειάζεται πια και το έχει προς πώληση!
Καλή πλοήγηση στον κόσμο των βιβλίων!
Αν δεν ξέρετε ποιο βιβλίο να αγοράσετε μπορείτε να δείτε κάποια που έχουμε παρουσιάσει στην σελίδα μας.
ΥΓ. Ακόμα θα ήθελα να σημειώσω πως το άρθρο δεν γίνεται με σκοπό την διαφήμιση, αλλά την διάδοση της αγάπης για την ιταλική γλώσσα. Αν κάποιοι επαγγελματίες του χώρου δεν έχουν αναφερθεί, παρακαλούνται να μας στείλουν email με την επιχείρηση τους, ώστε να προστεθούν στη λίστα.
Πρόκειται για ένα βιβλίο της Maria Teresa Messidoro αφιερωμένο στις γυναίκες του Ελ Σαλβαδόρ οι οποίες, από το 1700 έως σήμερα, παλεύουν ενάντια στη βία και την πατριαρχία.
Το βιβλίο Yo soy Teodora. Yo soy Carmen περιλαμβάνει τις ιστορίες των γυναικών του Ελ Σαλβαδόρ και είναι αφιερωμένο στην Beatriz, την 22χρονη που πέθανε στις 8 Οκτωβρίου 2017 αφού είχε ζητήσει από το κράτος του Ελ Σαλβαδόρ να έχει το δικαίωμα να κάνει διακοπή κύησης. Αν και η γυναίκα διέτρεχε τον κίνδυνο να χάσει τη ζωή της εξαιτίας μιας σπάνιας ασθένειας, οι δικαστές την ανάγκασαν να συνεχίσει την εγκυμοσύνη, το βρέφος έζησε λίγες μόνο ώρες και η Beatriz επλήγη από νεφρική νόσο.
Η συγγραφέας, Maria Teresa Messidoro, αφηγείται μια σειρά από ιστορίες με δυστυχώς παρόμοια έκβαση, στις οποίες οι γυναίκες πληρώνουν τη μεταρρύθμιση του Ποινικού Κώδικα του Ελ Σαλβαδόρ, που πραγματοποιήθηκε το 1997 κατά την εποχή της κυβέρνησης του Calderon Sol, η οποία για να ευχαριστήσει τις ομάδες των πολύ συντηρητικών και των ακραίων καθολικών, απαγόρευσε την άμβλωση ακόμη και σε συγκεκριμένες συνθήκες, όπως η παρουσία βιασμού, η βία κατά των ανηλίκων και ο κίνδυνος θανάτου για τη μητέρα, ενώ ακόμη και οι μεταγενέστερες προεδρίες δεν έδειξαν ποτέ το θάρρος να υποστηρίξουν τις εκστρατείες για μια επιτρεπόμενη και ασφαλή άμβλωση.
Για να διαβάσετε ολόκληρο το άρθρο στην ελληνική γλώσσα μπορείτε να κάνετε κλικ στη σελίδα της Pressenza, όπου μπορείτε να το βρείτε και στην ιταλική γλώσσα.
Πρόκειται για ένα διήγημα από τη συλλογή La boutique del mistero. Μπορείτε να διαβάσετε το διήγημα αλλά και να το ακούσετε μέσω του youtube πατώντας στο βίντεο. Ακόμα στο τέλος του διηγήματος μπορείτε να βρείτε το βιντεάκι της ταινίας μικρού μήκους που πραγματεύεται το θέμα του διηγήματος.
Il mantello
Dopo interminabile attesa, quando la speranza già cominciava a morire, Giovanni ritornò alla sua
casa. Non erano ancora suonate le due, sua mamma stava sparecchiando, era una giornata grigia di
marzo e volavano cornacchie.
Egli comparve improvvisamente sulla soglia e la mamma gridò: «Oh benedetto!» correndo ad
abbracciarlo. Anche Anna e Pietro, i due fratellini molto più giovani, si misero a gridare di gioia.
Ecco il momento aspettato per mesi e mesi, così spesso balenato nei dolci sogni dell'alba, che
doveva riportare la felicità.
Egli non disse quasi parola, troppa fatica costando gli trattenere il pianto. Aveva subito deposto la
pesante sciabola su una sedia, in testa portava ancora il berretto di pelo. «Lasciati vedere» diceva tra
l e lacrime la madre, tirandosi un po' indietro «lascia vedere quanto sei bello. Però sei pallido, sei».
Era alquanto pallido infatti e come sfinito. Si tolse il berretto, avanzò in mezzo alla stanza, si
sedette. Che stanco, che stanco, perfino a sorridere sembrava facesse fatica. «Ma togliti il mantello
creatura» disse la mamma, e lo guardava come un prodigio, sul punto d'esserne intimidita; com'era
diventato alto, bello fiero (anche se un po' troppo pallido).
«Togliti il mantello, dammelo qui, non senti che caldo?»
Lui ebbe un brusco movimento di difesa, istintivo, serrandosi addosso il mantello, per timore forse
che glielo strappassero via.
«No, no lasciami» rispose evasivo «preferisco di no , tanto, tra poco devo uscire...»
«Devi uscire? Torni dopo due anni e vuoi subito uscire?», fece lei desolata, vedendo subito
ricominciare, dopo tanta gioia, l'eterna pena delle madri. «Devi uscire subito? E non mangi
qualcosa?»
«Ho già mangiato, mamma» rispose il figlio con un sorriso buono, e si guardava attorno
assaporando le amate penombre. «Ci siamo fermati a un'osteria, qualche chilometro da qui...»
«Ah, non sei venuto solo? E chi c'era con te? Un tu o compagno di reggimento? Il figliolo della
Mena forse?»
«No, no, era uno incontrato per via. È fuori che aspetta adesso.»
«È lì che aspetta? E perché non l'hai fatto entrare ? L'hai lasciato in mezzo alla strada?»
Andò alla finestra e attraverso l'orto, di là del cancelletto di legno, scorse sulla via una figura che
camminava su e giù lentamente; era tutta intabarrata e dava sensazione di nero. Allora nell'animo di
lei nacque, incomprensibile, in mezzo ai turbini della grandissima gioia, una pena misteriosa ed
acuta.
«È meglio di no» rispose lui, reciso. «Per lui sarebbe una seccatura, è un tipo così».
«Ma un bicchiere di vino? glielo possiamo portare, no, un bicchiere di vino?»
«Meglio di no, mamma. È un tipo curioso, è capace di andar sulle furie.»
«Ma chi è allora? Perché ti ci sei messo insieme? Che cosa vuole da te?»
«Bene non lo conosco» disse lui lentamente e assai grave. «L'ho incontrato durante il viaggio. È
venuto con me, ecco.»
Sembrava preferisse altro argomento, sembrava se ne vergognasse. E la mamma, per non
contrariarlo, cambiò immediatamente discorso, ma già si spegneva nel suo volto amabile la luce di
prima.
«Senti» disse «ti figuri la Marietta quando saprà che sei tornato? Te l'immagini che salti di gioia? È
per lei che volevi uscire?»
Egli sorrise soltanto, sempre con quell'espressione di chi vorrebbe essere lieto eppure non può, per
qualche segreto peso.
La mamma non riusciva a capire: perché se ne stava seduto, quasi triste, come il giorno lontano
della partenza? Ormai era tornato, una vita nuova davanti, un'infinità di giorni disponibili senza
pensieri, tante belle serate insieme, una fila inesauribile che si perdeva di là delle montagne, nelle
immensità degli anni futuri. Non più le notti d'angoscia quando all'orizzonte spuntavano bagliori di
fuoco e si poteva pensare che anche lui fosse là in mezzo, disteso immobile a terra, il petto
trapassato, tra le sanguinose rovine. Era tornato, finalmente, più grande, più bello, e che gioia per la
Marietta. Tra poco cominciava la primavera, si sarebbero sposati in chiesa, una domenica mattina,
tra suono di campane e fiori. Perché dunque se ne stava smorto e distratto, non rideva di più, perché
non raccontava le battaglie? E il mantello? Perché se lo teneva stretto addosso, col caldo che faceva
in casa? Forse perché, sotto, l'uniforme era rotta e infangata? Ma con la mamma, come poteva
vergognarsi di fronte alla mamma? Le pene sembravano finite, ecco invece subito una nuova
inquietudine.
Il dolce viso piegato un po' da una parte, lo fissa va con ansia, attenta a non contrariarlo, a capire
subito tutti i suoi desideri . O era forse ammalato? O semplicemente sfinito dai troppi strapazzi?
Perché non parlava, perché non la guardava nemmeno?
In realtà il figlio non la guardava, egli pareva anzi evitasse di incontrare i suoi sguardi come se
temesse qualcosa. E intanto i due piccoli fratelli lo contemplavano muti, con un curioso imbarazzo.
«Giovanni» mormorò lei non trattenendosi più. «Sei qui finalmente, sei qui finalmente! Aspetta
adesso che ti faccio il caffè».
Si affrettò alla cucina. E Giovanni rimase coi due fratelli tanto più giovani di lui. Non si sarebbero
neppure riconosciuti se si fossero incontrati per la strada, che cambiamento nello spazio di due anni.
Ora si guardavano a vicenda in silenzio, senza trovare le parole, ma ogni tanto sorridevano insieme,
tutti e tre, quasi per un antico patto non dimenticato.
Ed ecco tornare la mamma, ecco il caffè fumante con una bella fetta di torta. Lui vuotò d'un fiato la
tazza, masticò la torta con fatica. "Perché? Non ti piace più? Una volta era la tua passione!" avrebbe
voluto domandargli la mamma, ma tacque per non importunarlo.
«Giovanni» gli propose invece «e non vuoi rivedere la tua camera? C'è il letto nuovo, sai? ho fatto
imbiancare i muri, una lampada nuova, vieni a vedere... ma il mantello, non te lo levi dunque?... non
senti che caldo?»
Il soldato non le rispose ma si alzò dalla sedia movendo alla stanza vicina. I suoi gesti avevano una
specie di pesante lentezza, come s'egli non avesse venti anni. La mamma era corsa avanti a
spalancare le imposte (ma entrò soltanto una luce grigia, priva di qualsiasi allegrezza).
«Che bello!» fece lui con fioco entusiasmo, come fu sulla soglia, alla vista dei mobili nuovi, delle
tendine immacolate, dei muri bianchi, tutto quanto fresco e pulito. Ma, chinandosi la mamma ad
aggiustare la coperta del letto, anch'essa nuova fiammante, egli posò lo sguardo sul le sue gracili
spalle, sguardo di inesprimibile tristezza e che nessuno poteva vedere. Anna e Pietro infatti stavano
dietro di lui, i faccini raggianti, aspettandosi una grande scena di letizia e sorpresa.
Invece niente. «Com'è bello! Grazie, sai? mamma» ripeté lui, e fu tutto. Muoveva gli occhi con
inquietudine, come chi ha desiderio di conchiudere un colloquio penoso. Ma soprattutto, ogni tanto,
guardava, con evidente preoccupazione, attraverso la finestra, il cancelletto di legno verde dietro il
quale una figura andava su e giù lentamente.
«Sei contento, Giovanni? sei contento?» chiese lei impaziente di vederlo felice. «Oh, sì, è proprio
bello» rispose il figlio (ma perché si ostinava a non levarsi il mantello?) e continuava a sorridere
con grandissimo sforzo.
«Giovanni» supplicò lei. «Che cos'hai? che cos'hai, Giovanni? Tu mi tieni nascosta una cosa, perché
non vuoi dire?»
Egli si morse un labbro, sembrava che qualcosa gli ingorgasse la gola. «Mamma» rispose dopo un
po' con voce opaca «mamma, adesso io devo andare».
«Devi andare? Ma torni subito, no? Vai dalla Marietta, vero? dimmi la verità, vai dalla Marietta?» e
cercava di scherzare , pur sentendo la pena.
«Non so, mamma» rispose lui sempre con quel tono contenuto ed amaro; si avviava intanto alla
porta, aveva già ripreso il berretto di pelo «non so, ma adesso devo andare, c'è quello là che mi
aspetta».
«Ma torni più tardi? torni? Tra due ore sei qui, vero? Farò venire anche zio Giulio e la zia, figurati
che festa anche per loro, cerca di arrivare un po' prima di pranzo...»
«Mamma» ripeté il figlio, come se la scongiurasse di non dire di più, di tacere, per carità, di non
aumentare la pena. «Devo andare, adesso, c'è quello là che mi aspetta, è stato fin troppo paziente.»
Poi la fissò con sguardo da cavar l'anima.
Si avvicinò alla porta, i fratellini, ancora festosi, gli si strinsero addosso e Pietro sollevò un lembo
del mantello per sapere come il fratello fosse vestito di sotto. «Pietro, Pietro! su, che cosa fai? lascia
stare, Pietro!» gridò la mamma, temendo che Giovanni si arrabbiasse.
«No, no!» esclamò pure il soldato, accortosi del gesto del ragazzo. Ma ormai troppo tardi. I due
lembi di panno azzurro si erano dischiusi un istante.
«Oh, Giovanni, creatura mia, che cosa ti han fatto? » balbettò la madre, prendendosi il volto tra le
mani. «Giovanni, ma questo è sangue!»
«Devo andare, mamma» ripeté lui per la seconda volta, con disperata fermezza. «L'ho già fatto
aspettare abbastanza. Ciao Anna, ciao Pietro, addio mamma».
Era già alla porta. Uscì come portato dal vento. Attraversò l'orto quasi di corsa, aprì il cancelletto,
due cavalli partirono al galoppo, sotto il cielo grigio, non già verso il paese, no, ma attraverso le
praterie, su verso il nord, in direzione delle montagne. Galoppavano, galoppavano.
E allora la mamma finalmente capì, un vuoto immenso , che mai e poi mai nei secoli sarebbero
bastati a colmare, si aprì nel suo cuore. Capì la storia del mantello, la tristezza del figlio e
soprattutto chi fosse il misterioso individuo che passeggiava su e giù per la strada, in attesa, chi
fosse quel sinistro personaggio fin troppo paziente. Così misericordioso e paziente da
accompagnare Giovanni alla vecchia casa (prima di condurselo via per sempre), affinché potesse
salutare la madre; da aspettare parecchi minuti fuori del cancello, in piedi, lui signore del mondo , in
mezzo alla polvere, come pezzente affamato
O Dino Buzzati γεννήθηκε το 1906 στο San Pellegrino di Belluno και πέθανε το 1972 στο Milano. Προέρχεται από καλή οικογένεια, ο πετέρας του δίδασκε Διεθνές Δίκαιο στο πανεπιστήμιο. To 1928 ολοκληρώνει τις σπουδές του στη Νομική για να ικανοποιήσει την επιθυμία της οικογένειας του και από την ίδια χρονιά ξεκινά να εργάζεται στην εφημερίδα Corriere della Sera.
To 1933 εκδίδεται το πρώτο του βιβλίο Bàrnabo delle montagne το οποίο μετά από δυο χρόνια από το Il segreto del Bosco Vecchio. Και τα δυο έργα έχουν γυριστεί σε ταινία, το πρώτο Bàrnabo delle montagne στο ομώνυμο έργο του 1994 υπό τη σκηνοθεσία του Mario Brenta, και η δεύτερη ομώνυμη ταινία κυκλοφόρησε το 1933 υπό τη σκηνοθεσία του Ermanno Olmi. Στα τέλη της δεκαετίας του 1930 ο Buzzati ξεκινά να δημοσιεύει φανταστικά και σουρρεαλιστικά διηγήματα στην Corriere della sera και σε άλλες εφημερίδες. Το έργο Il deserto dei Tartari (1940) αποτελεί τη μεγάλη επιτυχία του Dino Buzzati το οποίο θα γυριστεί επίσης ταινίa το 1976 υπό τη σκηνοθεσία του Valerio Zurlini. To 1942 ο Buzzati δημοσιεύει το I sette messaggeri, τόμος στον οποίο συγκεντρώνονται τα καλύτερα διηγήματα του, τα οποία είχαν δημοσιευτεί μέχρι τότε σε εφημερίδες και περιοδικά. Τα επόμενα χρόνια ο συγγραφέας αφιερώνεται κυρίως στην συγγραφή φανταστικών διηγημάτων και το 1949 δημοσιεύει τη συλλογή Paura alla Scala ενώ το 1954 τη συλλογή Il crollo della Baliverna. Από αυτές τις πρώτες συλλογές ο Dino Buzzati θα διαλεξει τα πιο αντιπροσωπευτικά του διηγήματα και μαζί με κάποια άλλα θα δημοσιεύσει τον τόμο Sessanta racconti (1958), έργο το οποίο θα του χαρίσει το Premio Strega.
To 1958 δημοσιεύει το Esperimento di magia. 18 racconti ενώ την ίδια εποχή εμπλέκεται και σε άλλα λογοτεχνικά είδη όπως στο βιβλίο του La famosa invasione deglio orsi in Sicilia (1945), In quel preciso momento (1950), Egregio signore, siamo spiacenti di…, (1960) Από τα θεάτρικά του έργα ιδιαίτερη επιτυχία γνώρισε το Un caso clinico, κωμωδία εμπνευσμένη από το διήγημα του Sette piani. Άλλα έργα του είναι: Drammatica fine di un noto musicista (1955), Sola in casa (1958), Un verme al Ministero (1960), I suggeritori (1960), La colonna infame (1962). Το 1960 ο συγγραφέας επιστέφει στο μυθιστόρημα και δημοσιεύει το Il grande ritratto και το Un amore (1963), έργα διαφορετικής θεματολογίας από εκείνη που μέχρι τότε κυριαρχούσε στν λογοτεχνική παραγωγή του. Σχετικά με το έργο Un amore, στο οποίο ενυπάρχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία, το 1965 γυρίστηκε η ομώνυμη ταινία υπό τη σκηνοθεσία του Gianni Vernuccio. To 1965 o συγγραφέας δημοσιεύει τα μοναδικά ποιητικά έργα τουIl capitano Pic e altre poesie, Scusi, da che parte per Piazza del Duomo? και Tre colpi alla porta.
Το 1966 εκδίδει μια νέα συλλογή διηγημάτων Il colombre e altri cinquanta racconti, ενώ δύο χρόνια αργότερα στον τόμο La boutique del mistero, παρουσιάζονται τα 31 καλύτερα διηγήματα από όλη του την λογτεχνική παραγωγή.
Τα τελευταία έργα του συγγραφέα είναι τα e Poema a fumetti (1969), Le notti difficili (1971), και το I miracoli di Val Morel (1971).
Στην ελληνική γλώσσα κυκλοφορούν τα έργα του:
Η έρημος των Ταρτάρων (Μεταίχμιο)
Οι επτά αγγελιοφόροι (Μεταίχμιο)
Ενας έρωτας (Μεταίχμιο)
Η περίφημη εισβολή των αρκούδων στη Σικελία (Αστάρτη)
Το È una vita che ti aspetto είναι το δεύτερο κατά σειρά μυθιστόρημα του Fabio Volo, εκδόθηκε το 2003 από τις εκδόσεις Mondatori.
Πρωταγωνιστής αυτού του βιβλίου είναι ο Francesco, ένας τριαντάρης ο οποίος ψάχνει να βρει τον δρόμο του, αντιμετωπίζει τον εθισμό του από ο κάπνισμα και μαζί με αυτόν θέλει να βγάλει από την καθημερινότητα του, κάθε είδους εθισμό. Η ζωή του αλλάζει τροπή όταν γνωρίζει την γυναίκα που θα τον κάνει να της εκφράσει τα συναισθήματα του. Καλή σας ανάγνωση.
Citazioni
Ero talmente felice che per esserlo di più avrei dovuto essere due persone.
Το Il giorno in più είναι το τέταρτο κατά σειρά μυθιστόρημα του Fabio Volo, εκδόθηκε το 2007 από τις εκδόσεις Mondatori και έχει ήδη πουλήσει πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα, στην ελληνική γλώσσα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη (τίτλος: Το κορίτσι του Τραμ). Πάνω στο βιβλίο έχει βασιστεί η ομώνυμη ταινία που κυκλοφόρησε το 2011 στην Ιταλία υπό την σκηνοθεσία του Massimo Venier.
Πρωταγωνιστής αυτού του βιβλίου είναι ο Giacomo, ένας τριαντάρης που φοβάται την δέσμευση και αντιμετωπίζει πάντα τις γνωριμίες του με ελαφρότητα, ώσπου συναντάει τη Michela. Την οποία συναντά καθημερινά στο τραμ πηγαίνοντας στην δουλειά του και η οποία τον αιφνιδιάζει όταν ανταλλάσσοντας δυο κουβέντες του ανακοινώνει πως φεύγει μόνιμα για Νέα Υόρκη. Εκείνος βρίσκεται αντιμέτωπος με τα συναισθήματα του, αντιλαμβάνεται ίσως πως κάποιες φορές πρέπει να τα κυνηγήσει. Η ιστορία περιπλέκεται κάπως όταν στο προσκήνιο έρχεται η αναγκαστική ή ηθελημένη αποδοχή της σχέσης του με την μητέρα του, η αρρώστια της πολυαγαπημένης γιαγιάς του, ο χωρισμός του μεγάλου έρωτα της ζωής του και πολλά ζητήματα ακόμα στην σφαίρα του εαυτού του τα οποία δεν ξέρουμε αν θα τον κάνουν να κυνηγήσει τον φευγαλέο έρωτα του ή όχι.
Ένα υπέροχο βιβλίο, που πραγματεύεται εκείνη την Μια μέρα παραπάνω, συχνό μοτίβο στην λογοτεχνία του Fabio Volo και ακόμα συχνότερο στους έρωτες.
Καλή σας ανάγνωση.
Citazioni
Ci sono vestiti che stanno bene solo a donne belle, altri che stanno bene solo a donne con il carattere bello.
Sono quelle notti che ho una voglia incredibile di vivere. Vorrei vedere due o tre film, scrivere, leggere, disegnare, o anche semplicemente guardare fuori dalla finestra. Dormire mi sembra una perdita di tempo. Mi viene voglia di imparare. Qualsiasi cosa, ma imparare.
Non so perché ma quando pensavo a lei i miei pensieri non avevano mai il punto. Solo virgole. Erano una valanga di immagini e parole senza punteggiatura.