Για ακόμα μια φορά, προσεγγίζουμε ένα ποίημα του Salvatore Quasimodo, ενός από τους πιο σημαντικούς Ιταλούς ποιητές του 20ου αιώνα και εκπρόσωπος του κινήματος του Ερμητισμού.
Το 1959 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας.
Alla nuova luna
In principio Dio creò il cielo ..
e la terra, poi nel suo giorno
esatto mise i luminari in cielo
e al settimo giorno si riposò.
Dopo miliardi di anni l'uomo,
fatto a sua immagine e somiglianza,
senza mai riposare, con la sua
intelligenza laica,
senza timore, nel cielo sereno
d'una notte d'ottobre,
mise altri luminari uguali
a quelli che giravano
dalla creazione del mondo. Amen.
Δείτε άλλα άρθρα σχετικά με τον Salvatore Quasimodo:
Τον Οκτώβριο του 2022 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Manni, το νέο βιβλίο Ogni volta che ti vedo fiorire,το οποίο περιέχει ανέκδοτα ποιήματα της ποιήτριας Alda Merini. Τα ποιήματα έχουν επιλεχθεί από τον Alberto Casiraghy και αφορούν μια περίοδο είκοσι χρόνων.
Ο Alberto Casiraghy, προσωπικός φίλος της ποιήτριας, μας παρουσιάζει αυτά τα ανέκδοτα ποιήματα και μοιράζεται μαζί μας, στιγμές της ποιήτριας από μια άλλη οπτική.
Τα θέματα των ποιημάτων που παρουσιάζονται σε αυτό το βιβλίο είναι το πάθος, η φιλία και η τρέλα.
Το ποίημα Veglia γράφθηκε στις
23 Δεκέμβριου του 1915 και αναφέρεται στην εμπειρία του ποιητή ως στρατιώτη
κατά την διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Ο πόλεμος μέσα από τα μάτια του
ποιητή είναι ένα μοτίβο σε όλη την ποιητική του παραγωγή και κυρίως στα ποιήματα
της πρώτης συλλογής του, στην οποία ανήκει και το ποίημα Veglia. Το ποίημα ανήκει στην ποιητική συλλογή Ilportosepoltoη
οποία εκδόθηκε έπειτα ως μέρος της συλλογής Allegriaτο
1931. Βασική συνισταμένη του ποιήματος είναι ο θάνατος και η χαρά που νιώθει ο
άνθρωπος όταν καταφέρνει να τον κερδίσει. Ο ποιητή όντας ξαπλωμένος δίπλα σε
έναν νεκρό σύντροφο του, αντιλαμβάνεται την ένταση της ύπαρξης και την λύτρωση της
ίδιας της ζωής, γι’ αυτό και γράφει εκείνη τα γράμματα τα «γεμάτα από αγάπη»
και νιώθει ίσως για πρώτη φορά εκείνη την βαθύτατη προσκόλληση στην ζωή.
Είναι η θέαση του θανάτου που ωθεί τους ανθρώπους να γαντζωθούν στη ζωή.
Veglia
Un’intera
nottata
buttato vicino
a un compagno
massacrato
con la sua
bocca
digrignata
volta al
plenilunio
con la
congestione
delle sue mani
penetrata
nel mio
silenzio
ho scritto
lettere piene
d’amore
Non sono mai
stato
tanto
attaccato alla
vita
(23
dicembre 1915)
Σας παραθέτω δύο μεταφράσεις να διαλέξετε εκείνη που σας αγγίζει
περισσότερο!
Αγρυπνία
Μιαν ολόκληρη νύχτα
πεσμένος δίπλα
σ' έναν σύντροφο
κομματιασμένο
με το στόμα του
ανοιγμένο
στο φαρδύ φεγγάρι
με τη συμφορά
των χεριών του
βουλιαγμένη
στη σιωπή μου
έγραψα
γράμματα γεμάτα αγάπη
Ποτέ μου δεν ένιωσα
τόσο
γαντζωμένος από τη ζωή
Μετάφραση: Άννα Κατσιγιάννη
Αγρυπνία
Μια νύχτα ολόκληρη
πεταμένος δίπλα
σ’ έναν σύντροφο
σφαγιασμένο
με το στόμα
του
παραμορφωμένο
στραμμένο στην
πανσέληνο
με το σφίξιμο
των χεριών
να διαπερνά τη
σιωπή μου
έγραψα
γράμματα
γεμάτα από αγάπη
Ποτέ δεν ήμουν
τόσο
προσκολλημένος στη ζωή
(Μετάφραση από το βιβλίο: Αλμπέρτο
Αζόρ Ρόζα, Ιστορία της ιταλικής λογοτεχνίας, εισαγωγή-επιμέλεια: Φοίβος
Γκικόπουλος, Εκδόσεις Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 613.)
Sempre caro mi fu quest'ermo colle, E questa siepe, che da tanta parte De l'ultimo orizzonte il guardo esclude. Ma sedendo e mirando, interminato Spazio di là da quella, e sovrumani Silenzi, e profondissima quiete Io nel pensier mi fingo, ove per poco Il cor non si spaura. E come il vento Odo stormir tra queste piante, io quello Infinito silenzio a questa voce Vo comparando: e mi sovvien l'eterno, E le morte stagioni, e la presente E viva, e 'l suon di lei. Così tra questa Infinità s'annega il pensier mio: E 'l naufragar m'è dolce in questo mare.
Testo tratto dal secondo manoscritto autografo (Visso, Archivio Comunale)
Sempre caro mi fu quest'ermo colle, e questa siepe, che da tanta parte dell'ultimo orizzonte il guardo esclude. Ma sedendo e mirando, interminati spazi di là da quella, e sovrumani silenzi, e profondissima quïete io nel pensier mi fingo, ove per poco il cor non si spaura. E come il vento odo stormir tra queste piante, io quello infinito silenzio a questa voce vo comparando: e mi sovvien l'eterno, e le morte stagioni, e la presente e viva, e il suon di lei. Così tra questa immensità s'annega il pensier mio: e il naufragar m'è dolce in questo mare.
Testo tratto dalla "Letteratura italiana: testi e critica con lineamenti di storia letteraria", vol. 3, di Mario Pazzaglia. Ed. Zanichelli Prima edizione, marzo 1979.
Διαβάστε τη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα από τον Σωτήρη Παστακά.
To Άπειρο
Ανέκαθεν μου ήταν αγαπητός αυτός ο έρημος λόφος κι αυτός ο φράχτης που από ένα μεγάλο τμήμα του μακρινού ορίζοντα τη θέα μου αποκρύβει. Καθισμένος όμως εδώ κι ατενίζοντας απέραντα διαστήματα πέρα απ’ αυτόν, απόκοσμη σιωπή και βαθύτατη ηρεμία δημιουργώ με τις σκέψεις μου, όπου ως εκ θαύματος δεν χάνομαι κι ο ίδιος. Μόλις ακούω τον άνεμο να βουίζει ανάμεσα στα φυτά, εκείνη την άφατη σιωπή με αυτό το θρόισμα συγκρίνω: κι αναπολώ την αιωνιότητα, τις περασμένες εποχές και τους ζωντανούς ρυθμούς του παρόντος, με τον εφήμερο θόρυβό τους. Έτσι, σε αυτήν την απεραντοσύνη πνίγεται η σκέψη μου: και μου είναι ευχάριστο να ναυαγώ μέσα σε αυτή τη θάλασσα.
Ένα ποίημα από τον Gianni Rodari, που παίζει με την φαντασία μας και με τα όρια μεταξύ πραγματικού και φανταστικού. Αν και συνήθως αναφέρεται σε παιδιά, τα νοήματα του σαγηνεύουν απόλυτα και εμάς τους ενήλικες.
Teste fiorite
Se invece dei capelli sulla testa.
ci spuntassero i fiori, sai che festa?
Si potrebbe capire a prima vista
chi ha il cuore buono, chi la menta trista.
Il tale ha in fronte un bel ciuffo di rose:
non può certo pensare a brutte cose.
Quest’altro, poveraccio, è d’umor nero:
gli crescono le viole del pensiero.
E quello con le ortiche spettinate?
Deve avere le idee disordinate,
e invano ogni mattina
spreca un vasetto o due di brillantina.
Απόδοση στην ελληνική γλώσσα: Ιωάννα Καραμαλή
Ανθισμένα κεφάλια
Αν αντί για μαλλιά στο κεφάλι
φύτρωναν λουλούδια, ξέρεις τι χαρά θα 'ταν;
Θα μπορούσες να καταλάβεις με την πρώτη ματιά
ποιος έχει καλή καρδιά και ποιος λυπημένη σκέψη.
Ο πρώτος έχει στο μέτωπο μια ωραία τούφα τριανταφυλλένια:
ασφαλώς και δεν μπορεί να σκεφτεί άσχημα πράγματα.
Ο άλλος, ο κακομοίρης, είναι σκυθρωπός:
του φυτρώνουν οι βιολέτες της σκέψης.
Και εκείνος με τις αχτένιστες τσουκνίδες;
Πρέπει να έχει ανάκατες ιδέες,
και μάταια κάθε πρωί
σπαταλά ένα ή δυο βαζάκια μπριγιαντίνη.
Ακούστε το ποίημα!
Δείτε περισσότερα για τον Gianni Rodari κάνοντας κλικ στην ανάρτηση που σας ενδιαφέρει!
Ο Giosuè Carducci ήταν ο πρώτος Ιταλός λογοτέχνης υποψήφιος για nobel, το οποίο κέρδισε το 1906. Ο Giosuè Carducci ήταν κριτικός λογοτεχνίας, καθηγητής πανεπιστημίου και ποιητής. Ανάμεσα στα έργα του ξεχωρίζει το Le odi barbare (1877).
Η αιτιολόγηση του βραβείου από τη Σουηδική Ακαδημία ήταν η εξής:
όχι μόνο ως αναγνώρισή του έργου που έχει προσφέρει διδάσκοντας και των κριτικών μελετών του, αλλά πάνω από όλα ως φόρος τιμής στη δημιουργική ενέργεια του, στην καθαρότητα τους ύφους του και στη λυρική δύναμη που χαρακτηρίζει τα ποιητικά του αριστουργήματα.
2. Grazia Deledda
Το 1926 για δεύτερη φορά στην ιστορία των βραβείων Nobel, Νόμπελ λογοτεχνίας κερδίζει μια γυναίκα και συγκεκριμένα η Grazia Deledda, συγγραφέας περισσότερων από πενήντα μυθιστορημάτων, μεταξύ των οποίων είναι τα: “Canne al vento”, “Marianna Sirca” και “La madre”.
Η αιτιολόγηση του βραβείου από τη Σουηδική Ακαδημία ήταν η εξής:
για την ιδεαλιστική έμπνευσή της, αποτυπωμένη με εικονοπλαστική καθαρότητα της ζωής στο γενέθλιο νησί της, με βαθιά κατανόηση των ανθρώπινων προβλημάτων.
3. Luigi Pirandello
Ήταν το 1934, όταν ο Luigi Pirandello έλαβε το βραβείο Νόμπελ. Ο Pirandello θεωρείται ακόμα και σήμερα ένας από τους πιο επαναστατικούς δραματουργούς του 20ου αιώνα.
Η αιτιολόγηση του βραβείου από τη Σουηδική Ακαδημία ήταν η εξής:
για την φλογερή και επινοητική ανανέωση της θεατρικής και της δραματικής τέχνης.
4. Salvatore Quasimodo
Το 1959 ο Salvatore Quasimodo, ποιητής και μεταφραστής, μεταξύ των πιο σημαντικών εκπροσώπων του ιταλικού Ερμητισμού έλαβε το βραβείο Νόμπελ. Μεταξύ των ποιητικών του συλλογών ξεχωρίζει το βιβλίο του “Ed è subito sera”.
Η αιτιολόγηση του βραβείου από τη Σουηδική Ακαδημία ήταν η εξής:
για τον ποιητικό λυρισμό του, ο οποίος με μια λαμπρή κλασικότητα εκφράζει τις τραγικές εμπειρίες της ζωή της εποχής μας.
Το 1975 ήταν η χρονιά που ο Eugenio Montale ξεχώρισε και τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ ανάμεσα σε καταξιωμένους ποιητές του 20ου αιώνα. Μεταξύ των ποιητικών του συλλογών ξεχωρίζουν ακόμα και σήμερα η “Ossi di seppia” και η “La bufera”.
Η αιτιολόγηση του βραβείου από τη Σουηδική Ακαδημία ήταν η εξής:
για την ξεχωριστή ποιητική του, η οποία με μεγάλη καλλιτεχνική ευαισθησία ανέδειξε τις ανθρώπινες αξίες υπό μια οπτική ζωής στείρα ψευδαισθήσεων.
Ο τελευταίος Ιταλός λογοτέχνης που έλαβε το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας ήταν ο Dario Fo, υποψήφιος για το βραβείο το 1997. Δραματουργός, σκηνοθέτης, συγγραφέας, σκηνογράφος αλλά πάνω από όλα άνθρωπος του θεάτρου. Το έργο του Dario Fo που έχει μείνει χαραγμένο στην συλλογική μνήμη, δεν είναι άλλο από το Mistero Buffo.
Η αιτιολόγηση του βραβείου από τη Σουηδική Ακαδημία ήταν η εξής:
Ακολουθώντας την παράδοση των μεσαιωνικών Γκολιάρδων, χλευάζει την εξουσία αποκαθιστώντας την αξιοπρέπεια των καταπιεσμένων.
Το ποίημα Estiva που γράφτηκε το 1915 από τον Vincenzo Cardanelli και περιέχεται στην συλλογή "Prologhi" μας περιγράφει την μαγεία του καλοκαιριού. Το καλοκαίρι είναι εκείνο που δύναται να φέρει την ευτυχία ακόμα και στους πιο λυπημένους, χάρη στη θέρμη του ήλιου. Το καλοκαίρι γίνεται η εποχή του έρωτα που χαρίζει γαλήνη και εσωτερική ειρήνη.
Σαν σήμερα γεννιέται ο Salvatore Quasimodo στη Modica (20 agosto 1901), ο οποίος είναι ένας από τους πιο σημαντικούς Ιταλούς ποιητές του 20ου αιώνα και εκπρόσωπος του κινήματος του Ερμητισμού. Το 1959 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας.
Και η αιτιολόγηση του βραβείου ήταν: για τον ποιητικό λυρισμό του, ο οποίος με μια λαμπρή κλασικότητα εκφράζει τις τραγικές εμπειρίες της ζωής της εποχής μας.
Ο όρος Ερμητισμός στην αρχή χρησιμοποιήθηκε με μια χροιά υποτιμητική, υπονοώντας ποιήματα σκοτεινά και ίσως ακατανόητα. Στις μέρες μας ο ερμητισμός θεωρείται συνώνυμο ίσως της αληθινής καθάριας ποίησης, όπου οι λέξεις διαλέγονται προσεκτικά και ηλεκτρίζουν.
Μεταξύ των πιο ωραίων ποιημάτων του Quasimodo ξεχωρίζει το ποίημα Ed è subito sera ενώ για αυτή την ανάρτηση, διάλεξα το ποίημα Già la pioggia è con noi (Ed è subito sera, 1942)
Già la pioggia è con noi (από τη συλλογή Ed è subito sera, 1942)
Già la pioggia è con noi,
scuote l’aria silenziosa.
Le rondini sfiorano le acque spente
presso i laghetti lombardi,
volano come gabbiani sui piccoli pesci;
il fieno odora oltre i recinti degli orti.
Ancora un anno è bruciato,
senza un lamento, senza un grido
levato a vincere d’improvviso un giorno.
Απόδοση στην ελληνική γλώσσα (Ιωάννα Καραμαλή)
Ήδη η βροχή είναι μαζί μας
Ήδη η βροχή είναι μαζί μας,
ανακατεύει τον σιωπηλό αέρα.
Τα χελιδόνια ακουμπούν τα ξεψυχισμένα νερά
στις λίμνες της Λομβαρδίας,
πετούν σαν γλάροι προς τα μικρά ψάρια,
Η μυρωδιά των χορταριού, ξεπερνάει τον φραγμό των χωραφιών.
Ακόμα μια χρονιά καμένη,
χωρίς ένα παράπονο, χωρίς μια κραυγή
που αρθρώθηκε για να κερδίσει ξαφνικά μια μέρα.
Μπορείτε να ακούσετε το ποίημα
Tο ποίημα χωρίζεται σε δύο μέρη, αρχικά ο ποιητής μας παρουσιάζει την βροχή που έρχεται με το μέρος των ανθρώπων και προσπαθεί να παρασύρει τον σιωπηλό αέρα, τα χελιδόνια που προσπαθούν να ταράξουν τα νερά και αν και αδύναμα, παρουσιάζονται σαν γλάροι. Η φύση προσπαθεί να κάνει αυτό που ο άνθρωπος διστάζει, προσπαθεί να εκφραστεί, να μιλήσει, να αντιδράσει, να ταράξει τα νερά. Η φύση δεν γνωρίζει από όρια κια περιορισμούς, γι' αυτό και η μυρωδιά του άχυρου ξεπερνάει την οποιαδήποτε περίφραξη. Ο άνθρωπος όμως μένει σιωπηλός, χωρίς να παραπονεθεί και χωρίς να φωνάξει και αυτό για τον ποιητή είναι σαν μια "χαμένη σοδειά".
Πρόκειται για ένα ποίημα, που ο ποιητής Giovanni Pascoli συνέθεσε σε ηλικία 12 ετών εμπνευσμένος από τον θάνατο του πατέρα του Ruggero, ο οποίος βρέθηκε σκοτωμένος στις 10 Αυγούστου 1867. Το ποίημα δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Marzocco στις 9 Αυγούστου 1896 και έπειτα προστέθηκε στη 4η έκδοση της συλλογής Myricae.
Ένα υπέροχο και αληθινό ποίημα των ημερών μας από τον Simone Consorti. Πόσο όμορφα περιγράφει αυτό που ζούμε. Πρόκειται για ένα ανέκδοτο ποίημα, που δημοσιεύτηκε τις προηγούμενες μέρες στο διαδίκτυο. Το συνάντησα τυχαία και γέννησε μέσα μου εκείνη την ελπίδα και την ανακούφιση εκεινης της μέρας.
Σας παραθέτω και μια δική μου μετάφραση ώστε να μπορέσετε να το απολαύσετε όλοι, ανεξάρτητα από το επίπεδο των ιταλικών σας.
Eppureproveremo nostalgia
Eppureproveremo nostalgia
di questigiorni
o almeno ne conserveremo
confusi e inconfondibiliricordi
Di quando era vietato
correreunoappressoall’altro
o dividere in due una panchina
o farsi venire un colpo di tosse
come prima
Di quando ci procacciammo
cento pacchetti di sigarette
in una notte
e svaligiammoquelsupermercato
di tutte le sue scatolette
Di quandofudecretato
chenemmenoigenitori
era opportunoandare a visitare
e che per dare ilbuonesempio
sidovesserecintare pure il mare
Della sera in cui suonammotuttiinsieme
come un’unicabanda
o una grandefamiglia
le pentoledallefinestre
quando in realtàl’unicacosache ci univa
era la fifa
Eppure un giorno
quest’ oggisaràquellostranosorriso
nelricordo
Κιόμως θα νιώσουμενοσταλγία
Κιόμως θα νιώσουμενοσταλγία
για αυτέςτιςμέρες
ή τουλάχιστον θα διατηρήσουμε
μπερδεμένες και αδιαμφισβήτητες αναμνήσεις
Από τότε που απαγορευόταν
να τρέχει ο ένας κοντάστονάλλον
ή το να μοιράζεσαι ένα παγκάκι
ή να βήχεις
όπως πριν
Από τότε που πήραμε
εκατό πακέτα τσιγάρα
σεμια βραδιά
και αδειάσαμεεκείνοτοσουπερμαρκετ
από όλεςτουτιςκονσερβες
Από τότε πουνομοθετήθηκε
πωςούτετουςγονείς
δεν μπορείς να επισκεφτείς
και πουγια να δώθειτο καλό παράδειγμα
έπρεπε να φραχτεί ακόμα και η θάλασσα
Από τη βραδία που παίξαμεμουσικήόλοι μαζί
σαν μια μοναδικήορχήστρα
ήμια μεγάληοικογένεια
μετις κατσαρόλες από τα παράθυρα
όταν στην πραγματικότητα τομόνο πράγμα που μας ένωνεήταν η ουρά