Για ακόμα μια φορά, προσεγγίζουμε ένα ποίημα του Salvatore Quasimodo, ενός από τους πιο σημαντικούς Ιταλούς ποιητές του 20ου αιώνα και εκπρόσωπος του κινήματος του Ερμητισμού.
Το 1959 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας.
Alla nuova luna
In principio Dio creò il cielo ..
e la terra, poi nel suo giorno
esatto mise i luminari in cielo
e al settimo giorno si riposò.
Dopo miliardi di anni l'uomo,
fatto a sua immagine e somiglianza,
senza mai riposare, con la sua
intelligenza laica,
senza timore, nel cielo sereno
d'una notte d'ottobre,
mise altri luminari uguali
a quelli che giravano
dalla creazione del mondo. Amen.
Δείτε άλλα άρθρα σχετικά με τον Salvatore Quasimodo:
Σαν σήμερα γεννιέται ο Salvatore Quasimodo στη Modica (20 agosto 1901), ο οποίος είναι ένας από τους πιο σημαντικούς Ιταλούς ποιητές του 20ου αιώνα και εκπρόσωπος του κινήματος του Ερμητισμού. Το 1959 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας.
Και η αιτιολόγηση του βραβείου ήταν: για τον ποιητικό λυρισμό του, ο οποίος με μια λαμπρή κλασικότητα εκφράζει τις τραγικές εμπειρίες της ζωής της εποχής μας.
Ο όρος Ερμητισμός στην αρχή χρησιμοποιήθηκε με μια χροιά υποτιμητική, υπονοώντας ποιήματα σκοτεινά και ίσως ακατανόητα. Στις μέρες μας ο ερμητισμός θεωρείται συνώνυμο ίσως της αληθινής καθάριας ποίησης, όπου οι λέξεις διαλέγονται προσεκτικά και ηλεκτρίζουν.
Μεταξύ των πιο ωραίων ποιημάτων του Quasimodo ξεχωρίζει το ποίημα Ed è subito sera ενώ για αυτή την ανάρτηση, διάλεξα το ποίημα Già la pioggia è con noi (Ed è subito sera, 1942)
Già la pioggia è con noi (από τη συλλογή Ed è subito sera, 1942)
Già la pioggia è con noi,
scuote l’aria silenziosa.
Le rondini sfiorano le acque spente
presso i laghetti lombardi,
volano come gabbiani sui piccoli pesci;
il fieno odora oltre i recinti degli orti.
Ancora un anno è bruciato,
senza un lamento, senza un grido
levato a vincere d’improvviso un giorno.
Απόδοση στην ελληνική γλώσσα (Ιωάννα Καραμαλή)
Ήδη η βροχή είναι μαζί μας
Ήδη η βροχή είναι μαζί μας,
ανακατεύει τον σιωπηλό αέρα.
Τα χελιδόνια ακουμπούν τα ξεψυχισμένα νερά
στις λίμνες της Λομβαρδίας,
πετούν σαν γλάροι προς τα μικρά ψάρια,
Η μυρωδιά των χορταριού, ξεπερνάει τον φραγμό των χωραφιών.
Ακόμα μια χρονιά καμένη,
χωρίς ένα παράπονο, χωρίς μια κραυγή
που αρθρώθηκε για να κερδίσει ξαφνικά μια μέρα.
Μπορείτε να ακούσετε το ποίημα
Tο ποίημα χωρίζεται σε δύο μέρη, αρχικά ο ποιητής μας παρουσιάζει την βροχή που έρχεται με το μέρος των ανθρώπων και προσπαθεί να παρασύρει τον σιωπηλό αέρα, τα χελιδόνια που προσπαθούν να ταράξουν τα νερά και αν και αδύναμα, παρουσιάζονται σαν γλάροι. Η φύση προσπαθεί να κάνει αυτό που ο άνθρωπος διστάζει, προσπαθεί να εκφραστεί, να μιλήσει, να αντιδράσει, να ταράξει τα νερά. Η φύση δεν γνωρίζει από όρια κια περιορισμούς, γι' αυτό και η μυρωδιά του άχυρου ξεπερνάει την οποιαδήποτε περίφραξη. Ο άνθρωπος όμως μένει σιωπηλός, χωρίς να παραπονεθεί και χωρίς να φωνάξει και αυτό για τον ποιητή είναι σαν μια "χαμένη σοδειά".
Σε τρεις μόλις στίχους η ανθρώπινη ύπαρξη παρουσιάζεται και εξανεμίζεται, αυτό το μοναχικό εγώ μας στην καρδιά της γης, ο άνθρωπος, εκείνος που όλη του την ζωή είναι εν αναμονή της ευτυχίας (raggio di sole) πριν καν το αντιληφθεί η ζωή του τελειώνει (ed è subito sera).
Ένα υπέροχο ποίημα που αποτελεί το τελευταίο τρίστιχο του Solitudini, μέρος της πρώτης ποιητικής συλλογής του Σικελού Salvatore Quasimodo, Acque e Terre που εκδόθηκε το 1930.